Το «Δείγματα Γραφής» είναι ένα ελληνικό λογοτεχνικό ιστολόγιο με ποιήματα, μικρές ιστορίες, πεζά κείμενα και προσωπικές αναζητήσεις. Ένα ταξίδι μέσα από τις λέξεις, τη μνήμη, τον έρωτα, τη μοναξιά, τον χρόνο και τις ανθρώπινες στιγμές.
31 Ιουλίου 2026
Γρίλιες
22 Ιουλίου 2026
Ομπρέλες
Καθόταν κάτω από την ομπρέλα και απολάμβανε την αύρα της θάλασσας. Δε σκεφτόταν τίποτα. Εκτός από ένα καδράκι με μια γκέισα που είδε κάποτε στο σπίτι της θείας… ποια θεία ήταν άραγε; Δε θυμόταν πια. Θυμόταν όμως καθαρά την ομπρέλα της γκέισας. Κι ύστερα, το μυαλό της πέταξε στην πρώτη φορά που έφαγε παγωτό σερβιρισμένο σε ψηλό ποτήρι. Πότε ήταν; Δεν ήξερε. Ούτε τι γεύση είχε το παγωτό θυμόταν. Όμως πάνω του υπήρχε σίγουρα μια ομπρελίτσα από χαρτί, που την πήρε μαζί της φεύγοντας για να παίζει με τις κούκλες της. Εκείνα τα χρόνια, μια μικρή χάρτινη ομπρελίτσα που ανοιγόκλεινε ισοδυναμούσε με θησαυρό. Ήταν η ίδια εποχή που κοιτούσε το καδράκι της γκέισας κι αναρωτιόταν αν έβλεπε μια γυναίκα από την Κίνα ή την Ιαπωνία.
09 Ιουλίου 2026
Βασίλεμα
11 Ιουνίου 2026
Αλμυρίκι
Όλοι το νόμιζαν μονάχο
στην απέραντη αμμουδιά.
Μα το αλμυρίκι είχε πιάσει φιλία με τον ήλιο.
Μια μέρα,
απομεσήμερο του Αυγούστου,
έκαναν συμφωνία μυστική:
εκείνος να γέρνει τις αχτίνες του
λιγάκι παραπάνω στα κλαδιά του,
λιγάκι μόνο,
ίσα να ξαποσταίνει η άμμος απ' το λιοπύρι.
Κι ο ήλιος δέχτηκε να παραβεί τη φύση,
γιατί σεβάστηκε κάθε καμπύλη της σκιάς του.
Είχε δει πόσο πάλεψε να νικήσει τους ανέμους,
ξέροντας πως η άμμος
χρειαζόταν τη δροσιά.
16 Μαΐου 2026
Διαδρομές
Στάθηκε και λογάριασε πρώτα τη διαδρομή.
Στέρεη της φάνηκε· το ξύλο γερό.
Βήμα το βήμα, σανίδα τη σανίδα
προχωρούσε αθόρυβα,
μην ταράξει τα πλάσματα του νερού.
Στη μέση της πορείας έβγαλε τα παπούτσια της·
δεν ήθελε το τρίξιμο να σπάσει τη σιωπή.
Τα πόδια της ζεστάθηκαν.
Τόσο ζεστό ήταν το ξύλο
στα μονοπάτια που διάλεξε ως τώρα.
Κι εκείνα που τη διάλεξαν —
από ξύλο ή μάρμαρο και πέτρα —
όλα τα ταίριαξε στο βήμα της.
01 Μαΐου 2026
Απέναντι
πόσο μακριά να είναι η απέναντι στεριά;
Δυο τρεις ανάσες υπόθεση
και πέντε απλωτές·
κατ’ εξακολούθησιν και επαναλαμβανόμενες.
Κι έφτασα.
25 Απριλίου 2026
Άνοιξη
Όμορφη είναι η άνοιξη,
χορεύει με τις πεταλούδες
και τραγουδά από νωρίς με τα πουλιά.
Ανοίγει τα πορτοπαράθυρα
να μπει το άρωμα της νεραντζιάς
στην κάμαρά της,
ντύνεται χρώματα ζεστά
κι αντανακλά το φως του ήλιου.
Κι όταν καμιά φορά κρυώνει,
βάζει τη ζακετούλα της την κίτρινη,
λύνει τα μακριά μαλλιά της
και χαμογελάει.
06 Απριλίου 2026
22 Μαρτίου 2026
Κολχίδα
Από όλα τα ταξίδια που δεν έκανα
για ένα μετανιώνω.
Οι Συμπληγάδες δεν είναι αδιαπέραστες,
τώρα το ξέρω.
Και η Αργώ ήταν γερό σκαρί.
Αν είχα ταξιδέψει ως την Κολχίδα,
θα είχα ακούσει τη λύρα τη γητεύτρα
να πνίγει το τραγούδι των Σειρήνων.
Θα είχα χορέψει
όπως η Σαλώμη
πολλές γενιές πριν γεννηθεί.
Και η ιστορία
θα ήταν διαφορετικά γραμμένη.
Αλήθεια, ποιος χρειάζεται τη Μήδεια
όταν έχει τα πέπλα της Σαλώμης;
07 Μαρτίου 2026
Θύμηση
Μικροί καημοί
και βότσαλα και ήλιοι και φεγγάρια.
Πολύ μακριά τα περασμένα καλοκαίρια.
Μα εκείνο το κοχύλι που μου χάρισες
το ίδιο τραγούδι λέει ακόμα.
27 Φεβρουαρίου 2026
Μαύρο πανί
Τα μάτια της προσπέρασαν
από συνήθεια
το μαύρο πανί.
Λευκά τα ιστιοφόρα που ήξερε.
Μόνο όταν άκουσε
τους άλλους να μιλούν,
να το φοβούνται και να το ξορκίζουν,
ξύπνησε μέσα της η θύμηση.
Γύρεψε να το ξαναδεί.
Μα απέραντος ο κόσμος
κι ο χρόνος αγύριστος.
17 Φεβρουαρίου 2026
Πτήση
Σήμερα θα σου πω για τα φτερά,
πώς κάποτε με γέλασαν.
Την εποχή εκείνη
ακόμα πίστευα
πως τα πουλιά είναι ελεύθερα.
Κι έτσι
ζυγιάζοντας τον άνεμο
πετούσα
ανέβαινα ψηλά
στροβιλιζόμουν.
Ώσπου βυθίστηκα στο πέλαγος.
Φορούσα, βλέπεις,
του Ίκαρου τα φτερά.
29 Ιανουαρίου 2026
Απόφαση
25 Ιανουαρίου 2026
Οπτική γωνία
22 Ιανουαρίου 2026
10 Ιανουαρίου 2026
Αχιλλέας
Όταν έμαθε να διαβάζει,
κοίμιζε τη μικρή της αδελφή
με ιστορίες.
Μιλούσε πρώτα για τον Ηρακλή,
για τον Θησέα ή την Αργώ,
για άθλους και ήρωες,
ημίθεους και θεούς.
Κι ύστερα,
κάθε φορά της διάβαζε
τον θάνατο του Αχιλλέα.
Πολλές φορές αργότερα τον θυμήθηκε
ζυγίζοντας το άδικο,
το απρόσμενο,
το τραγικό,
το δόλιο,
όταν έμαθε να διαβάζει τη ζωή.
01 Ιανουαρίου 2026
Πρωτοχρονιάτικο
Πήγαινα στη Δευτέρα Δημοτικού όταν ανακάλυψα πως δεν υπάρχει ο Άγιος Βασίλης. Αφορμή στάθηκαν οι διαμαρτυρίες του συμμαθητή μου του Θανασάκη, όταν η δασκάλα μάς έβαλε να γράψουμε γράμμα στον άγιο για να ζητήσουμε το δώρο μας:
Ø Και πώς γίνεται να πετάνε οι τάρανδοι;
Ø Εμένα μου το είπε ο μπαμπάς μου ότι δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης και οι γονείς δε λένε ψέματα!
Ø Και πώς προλαβαίνει να πηγαίνει σε όλα τα παιδιά του κόσμου το ίδιο βράδυ; Αυτά είναι παραμύθια!
Εκείνο το μεσημέρι γύρισα σπίτι προβληματισμένη. Κάτι τα επιχειρήματα του Θανασάκη, κάτι η απάντηση της δασκάλας (Θανάση μου, ο καθένας ας πιστεύει τους δικούς του γονείς), με είχαν βάλει σε σκέψεις. Η μαμά με διαβεβαίωσε πως όσα έλεγε ο συμμαθητής μου ήταν κουταμάρες. Ο Άγιος Βασίλης υπήρχε και θα μου το αποδείκνυε.
Παραμονή Πρωτοχρονιάς, το βράδυ, αφήσαμε ένα μελομακάρονο πάνω στο τζάκι δίπλα στο Χριστουγεννιάτικο δέντρο, όπως κάναμε κάθε χρόνο. Ήταν κέρασμα για τον Αϊ-Βασίλη. «Να δεις που ο άγιος θα το φάει και φέτος» είπε η μαμά. «Και ξέρεις κάτι; Αν έρθει πριν κοιμηθείς, μπορεί να ακούσεις το καμπανάκι που χτυπάει απ’ το έλκηθρό του.» Αυτό ήταν! Αποφάσισα να μείνω ξύπνια όσο χρειαζόταν και να περιμένω. Κι ήμουν τυχερή, γιατί δεν πέρασε πολλή ώρα και άκουσα το καμπανάκι! Πετάχτηκα από το κρεβάτι κι έτρεξα στο σαλόνι. Βρήκα τη μαμά μπροστά στο τζάκι να κοιτάζει μέσα στην καμινάδα. «Κρίμα! Για λίγο δεν τον πρόλαβες! Να, βλέπεις; Έφαγε και το μελομακάρονο» μου είπε κι έδειξε το άδειο πιατάκι. Πλησίασα στο τζάκι μήπως μπορέσω να δω έστω την μπότα του.
- Αχ, όχι! φώναξα. Το μελομακάρονο του έπεσε στη φωτιά!
Την επομένη πήγαμε με τη μαμά και τον μπαμπά επίσκεψη στη γειτόνισσα, την κυρία Βάσω, να της ευχηθούμε για την ονομαστική της εορτή. Πήρα επίτηδες μαζί μου την κούκλα που μου είχε φέρει ο Άγιος Βασίλης, ίδια κι απαράλλαχτη μ’ αυτή που είχα ζητήσει στο γράμμα. Ήξερα ότι θα ερχόταν κι ο Θανασάκης, γιατί η κυρία Βάσω ήταν γιαγιά του. Κάθισα, λοιπόν, δίπλα στη μαμά, έφαγα την καρυδόπιτα που με κεράσανε και περίμενα τη στιγμή που θα του έδειχνα θριαμβευτικά την κούκλα μου και θα του έλεγα: «Πώς γίνεται, κύριε έξυπνε, τα δώρα να τα φέρνουν οι γονείς, αφού εμείς το γράμμα το γράψαμε κρυφά στο σχολείο; Κι αν θες να ξέρεις, άκουσα το καμπανάκι του Αϊ-Βασίλη όταν ήρθε!».
Κάποια στιγμή, ο Θανασάκης εμφανίστηκε ντυμένος όπως ο μπαμπάς του, με καφέ παντελονάκι και πράσινο πουλόβερ. Σηκώθηκα από τη θέση μου, χαμογέλασα και κατευθύνθηκα προς το μέρος του. Δεν είχα προλάβει να φτάσω στη μέση του σαλονιού, όταν άκουσα τον μπαμπά του να λέει στον δικό μου:
- Τι έπαθες, κυρ Αντρέα, χθες βράδυ και βάραγες την κουδούνα στο μπαλκόνι νυχτιάτικα; Έθιμο το 'χετε στα μέρη σου;
https://www.youtube.com/watch?v=h6Q0PiClt3s&list=LL&index=1














