Στάθηκε και λογάριασε πρώτα τη διαδρομή.
Στέρεη της φάνηκε· το ξύλο γερό.
Βήμα το βήμα, σανίδα τη σανίδα
προχωρούσε αθόρυβα,
μην ταράξει τα πλάσματα του νερού.
Στη μέση της πορείας έβγαλε τα παπούτσια της·
δεν ήθελε το τρίξιμο να σπάσει τη σιωπή.
Τα πόδια της ζεστάθηκαν.
Τόσο ζεστό ήταν το ξύλο
στα μονοπάτια που διάλεξε ως τώρα.
Κι εκείνα που τη διάλεξαν —
από ξύλο ή μάρμαρο και πέτρα —
όλα τα ταίριαξε στο βήμα της.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου