Η φωνή της θάλασσας είναι τραγούδι.
Το ήξερε από όταν πρωτοδιάβασε για τις Σειρήνες.
Ποτέ δεν πίστεψε σε τέρατα μυθικά.
Το τραγούδι ήταν της θάλασσας,
γι’ αυτό ο Οδυσσέας έκανε χρόνια να γυρίσει.
Τέτοια σκεφτόταν βαδίζοντας προς το νερό.
Έβγαλε τα παπούτσια, σήκωσε το φουστάνι κι έβρεξε τα πόδια της.
Όχι πολύ, όχι όσο θα ήθελε.
Βγαίνοντας ξανά στην ακτή τα έβαλε με τον εαυτό της.
Άλλος θα έμπαινε να κολυμπήσει με τα ρούχα· αυτή γιατί δείλιασε;
Θυμήθηκε ξανά τον Οδυσσέα.
Όχι τη θάλασσα.
Την απόφαση.
Πόση δύναμη χρειάζεται
για να σωπάσεις μέσα σου
αυτό που σε καλεί;

Γιατί να υπάρχουν τόσες αναστολές για τόσο μικρά πράγματα.
ΑπάντησηΔιαγραφή