26 Σεπτεμβρίου 2026

Πιο αριστερά

Φωτογραφία της Μαίρης Κανελλοπούλου από τη θάλασσα ένα απόγευμα φθινοπώρου στην Κάντια

Της άρεσε η μελαγχολία της θάλασσας εκείνο το απόγευμα. Ταίριαζε γάντι με τα σύννεφα στον ουρανό και τη βαρκούλα που λικνιζόταν σε έναν ρυθμό νωχελικό. Τη μοναξιά του φανοστάτη δεν την πρόσεξε παρά μήνες μετά, κοιτώντας τη φωτογραφία.

Λίγο πιο αριστερά να είχε την κάμερα, θα αγνοούσε την ύπαρξή του.

Μελαγχόλησε.

Ήταν ξανά φθινόπωρο. Είχε βρέξει και ο ουρανός δεν είχε ακόμα ξαστερώσει. Ίδιο γκρίζο απόγευμα, μόνο που η θάλασσα ήταν μακριά.

16 Σεπτεμβρίου 2026

Σπιτάκια

Πήλινο σπιτάκι - φωτογραφία της Μαίρης Κανελλοπούλου

Κρυμμένα σε κάποιο ντουλαπάκι αναμνήσεων,
φεγγοβολούν ακόμα
τα σπιτάκια που ζωγράφιζε μικρή.

Πάντα με δυο πατώματα,
παράθυρα χωρίς κουρτίνες,
στέγη με καμινάδα.

Ποτέ δεν είχαν πόρτα.

Κι έτσι, τώρα,
ακόμα ζουν μέσα τους
όσα σχεδίαζε
κι όσα δεν πρόλαβαν να γίνουν.

31 Αυγούστου 2026

Χορεύτρια


Όταν το έκοψαν,

εκείνο το κομμάτι ξύλο ανησύχησε.

Δεν ήθελε να γίνει έπιπλο,

καρέκλα, τραπέζι ή ντουλάπι.

Ούτε βιβλιοθήκη,

κι ας αγαπούσε το διάβασμα.


Δεν ήθελε να γίνει μουσικό όργανο,

κι ας ήταν ερωτευμένο με τη μουσική.

Όχι, όχι.

Ούτε χαρτί,

ακόμα κι αν πάνω του ζωγράφιζαν παιδικά χεράκια.


Κουπί ήθελε να γίνει 

σε βάρκα ταξιδιάρικη. 

Μα οι άνθρωποι δεν ήξεραν.

Το έκαναν χορεύτρια στην άμμο.


Όταν φυσούσε,

τα ψάθινα μαλλιά της

χόρευαν στον ήλιο.


Και ταξίδευε.

18 Αυγούστου 2026

Το δαχτυλίδι

Μια φωτογραφία που δείχνει φύλλα κισσού πράσινα και καφέ στο χώμα
Συνάντησα κάποτε, σε μια βόλτα οικογενειακή στο Πήλιο, μια κοπέλα με μακριά κόκκινα μαλλιά και φακίδες. Κάποιο όνομα θα είχε, βέβαια. Κάπως θα τη φώναζαν όσοι την ήξεραν, μα εγώ δεν ξέρω να σας πω. Ούτε το όνομά της ούτε τίποτα από όσα της άρεσαν ή δεν της άρεσαν.

Περπατούσε ανάμεσα στα δέντρα και κάπου κάπου σταματούσε κι έδειχνε να παρατηρεί πότε ένα μονοπάτι, πότε το νερό που κυλούσε στο ποτάμι, πότε ένα γεφυράκι ή δυο κορμούς που διασταυρώνονταν. Μικρό κορίτσι τότε εγώ, πέντε-έξι χρονών, με τη φαντασία μου τη νόμιζα νεράιδα.

Κάποια στιγμή στάθηκε μπροστά στα φύλλα ενός κισσού που είχαν σκεπάσει το χώμα. Ο άνεμος της έριξε τα μαλλιά στο πρόσωπο κι εκείνη βάλθηκε με τα χέρια της να τα δαμάσει. Θυμάμαι τότε πως γονάτισε και άρχισε να ψάχνει ανάμεσα στα φύλλα. Άφησα το χέρι του πατέρα μου και έτρεξα δίπλα της.

«Να σε βοηθήσω;» της είπα. Χαμογέλασε. «Σε ευχαριστώ πολύ πολύ! Μου έπεσε το δαχτυλίδι… αλλά να, το βρήκα! Λοιπόν, ξέρεις κάτι; Σου το χαρίζω, αφού ήρθες να με βοηθήσεις». «Δε μου κάνει». «Θα μεγαλώσεις και θα σου κάνει». Το έκλεισα στο χέρι μου και το κρατούσα σφιχτά, πολύ σφιχτά, να μη μου πέσει.

Κάθε χρόνο στα γενέθλιά μου το δοκίμαζα. Ώσπου, κάποια χρονιά, μου έκανε. Δεν το ξαναέβγαλα.

Συχνά θυμάμαι εκείνη την κοπέλα. Τα κόκκινα σγουρά μαλλιά. Τα πράσινα μάτια. Αλήθεια, πράσινα ήταν ή με μπερδεύουν τα φύλλα; Καμιά φορά σκέφτομαι να κάνω μια ανάρτηση στο fb μήπως και η γυναίκα με αναγνωρίσει. Αλλά δεν ξέρω. Έχουν οι νεράιδες fb;

31 Ιουλίου 2026

Γρίλιες

Παλιό ξύλινο παράθυρο με κλειστές γρίλιες σε πλίνθινο τοίχο

Γρίλιες.
Δεκαπέντε σκαλοπάτια για το φως
μιας νύχτας με πανσέληνο
ή για τον ήλιο
που ορμά και ξετρυπώνει μυστικά.
Για τον άνεμο
που άλλοτε δροσίζει
κι άλλοτε τρομάζει
ή τη μορφή ενός περαστικού·
τη σκιά του μόνο,
ποτέ το βλέμμα του.
 
Εκτός και αν
τα παραθυρόφυλλα ανοίξουν.
 

22 Ιουλίου 2026

Ομπρέλες

Μια φωτογραφία με ομπρέλες στην παραλία κάτω από τον γαλανό ουρανό

Καθόταν κάτω από την ομπρέλα και απολάμβανε την αύρα της θάλασσας. Δε σκεφτόταν τίποτα. Εκτός από ένα καδράκι με μια γκέισα που είδε κάποτε στο σπίτι της θείας… ποια θεία ήταν άραγε; Δε θυμόταν πια. Θυμόταν όμως καθαρά την ομπρέλα της γκέισας. Κι ύστερα, το μυαλό της πέταξε στην πρώτη φορά που έφαγε παγωτό σερβιρισμένο σε ψηλό ποτήρι. Πότε ήταν; Δεν ήξερε. Ούτε τι γεύση είχε το παγωτό θυμόταν. Όμως πάνω του υπήρχε σίγουρα μια ομπρελίτσα από χαρτί, που την πήρε μαζί της φεύγοντας για να παίζει με τις κούκλες της. Εκείνα τα χρόνια, μια μικρή χάρτινη ομπρελίτσα που ανοιγόκλεινε ισοδυναμούσε με θησαυρό. Ήταν η ίδια εποχή που κοιτούσε το καδράκι της γκέισας κι αναρωτιόταν αν έβλεπε μια γυναίκα από την Κίνα ή την Ιαπωνία.

09 Ιουλίου 2026

Βασίλεμα

Μια φωτογαφία που δείχνει το ηλιοβασίλεμα στην Κάντια Αργολίδας

Ησυχία… μόνο τα τζιτζίκια τραγουδούσαν ακόμα. 
 
Καθισμένη στο μπαλκόνι απολάμβανε το αεράκι. 
Ήπιε μια γουλιά κρασί, 
σήκωσε αργά το κινητό της 
και τράβηξε μια φωτογραφία. 
 
Τη δύση του ήλιου; 
Ή μήπως τις σκιές των βουνών; 
Ίσως εκείνο το φωτισμένο σπίτι, 
το ντυμένο στα χρώματα του δειλινού.

11 Ιουνίου 2026

Αλμυρίκι

Φωτογραφία που δείχνει ένα αλμυρίκι στην άμμο το καλοκαίρι  

Όλοι το νόμιζαν μονάχο

στην απέραντη αμμουδιά.

Μα το αλμυρίκι είχε πιάσει φιλία με τον ήλιο.

Μια μέρα,

απομεσήμερο του Αυγούστου,

έκαναν συμφωνία μυστική:

εκείνος να γέρνει τις αχτίνες του

λιγάκι παραπάνω στα κλαδιά του,

λιγάκι μόνο,

ίσα να ξαποσταίνει η άμμος απ' το λιοπύρι.

Κι ο ήλιος δέχτηκε να παραβεί τη φύση,

γιατί σεβάστηκε κάθε καμπύλη της σκιάς του.

Είχε δει πόσο πάλεψε να νικήσει τους ανέμους,

ξέροντας πως η άμμος

χρειαζόταν τη δροσιά.

16 Μαΐου 2026

Διαδρομές

Μια φωτογραφία από το έλος της Αγυιάς στην Πάτρα

Στάθηκε και λογάριασε πρώτα τη διαδρομή.

Στέρεη της φάνηκε· το ξύλο γερό.

Βήμα το βήμα, σανίδα τη σανίδα 

προχωρούσε αθόρυβα,

μην ταράξει τα πλάσματα του νερού.

Στη μέση της πορείας έβγαλε τα παπούτσια της·

δεν ήθελε το τρίξιμο να σπάσει τη σιωπή.

Τα πόδια της ζεστάθηκαν.

Τόσο ζεστό ήταν το ξύλο

στα μονοπάτια που διάλεξε ως τώρα.


Κι εκείνα που τη διάλεξαν —

από ξύλο ή μάρμαρο και πέτρα —

όλα τα ταίριαξε στο βήμα της.

 

01 Μαΐου 2026

Απέναντι

Μια φωτογραφία της θάλασσας τραβηγμένη στην Πλαζ της Πάτρας. Απέναντι φαίνεται η στεριά.

Ε, καλά, σκέφτηκε,
πόσο μακριά να είναι η απέναντι στεριά;
Δυο τρεις ανάσες υπόθεση
και πέντε απλωτές·
κατ’ εξακολούθησιν και επαναλαμβανόμενες.
Κι έφτασα.

25 Απριλίου 2026

Άνοιξη

Μια φωτογραφία της Μαίρης Κανελλοπούλου με αγριολούλουδα, κίτρινες και λευκές μαργαρίτες σε αγρό

Όμορφη είναι η άνοιξη,

χορεύει με τις πεταλούδες

και τραγουδά από νωρίς με τα πουλιά.

Ανοίγει τα πορτοπαράθυρα

να μπει το άρωμα της νεραντζιάς 

στην κάμαρά της,

ντύνεται χρώματα ζεστά 

κι αντανακλά το φως του ήλιου.


Κι όταν καμιά φορά κρυώνει,

βάζει τη ζακετούλα της την κίτρινη, 

λύνει τα μακριά μαλλιά της

και χαμογελάει.

22 Μαρτίου 2026

Κολχίδα

 

Από όλα τα ταξίδια που δεν έκανα

για ένα μετανιώνω.

Οι Συμπληγάδες δεν είναι αδιαπέραστες,

τώρα το ξέρω.

Και η Αργώ ήταν γερό σκαρί.


Αν είχα ταξιδέψει ως την Κολχίδα, 

θα είχα ακούσει τη λύρα τη γητεύτρα

να πνίγει το τραγούδι των Σειρήνων.

Θα είχα χορέψει 

όπως η Σαλώμη

πολλές γενιές πριν γεννηθεί.

Και η ιστορία

θα ήταν διαφορετικά γραμμένη.


Αλήθεια, ποιος χρειάζεται τη Μήδεια

όταν έχει τα πέπλα της Σαλώμης;


 

07 Μαρτίου 2026

Θύμηση

Μικροί καημοί
και βότσαλα και ήλιοι και φεγγάρια.
Πολύ μακριά τα περασμένα καλοκαίρια.

Μα εκείνο το κοχύλι που μου χάρισες
το ίδιο τραγούδι λέει ακόμα.

27 Φεβρουαρίου 2026

Μαύρο πανί

Τα μάτια της προσπέρασαν
από συνήθεια
το μαύρο πανί.
Λευκά τα ιστιοφόρα που ήξερε.
Μόνο όταν άκουσε
τους άλλους να μιλούν,
να το φοβούνται και να το ξορκίζουν,
ξύπνησε μέσα της η θύμηση.
Γύρεψε να το ξαναδεί.
​Μα απέραντος ο κόσμος
κι ο χρόνος αγύριστος.