Της άρεσε η μελαγχολία της θάλασσας εκείνο το απόγευμα. Ταίριαζε γάντι με τα σύννεφα στον ουρανό και τη βαρκούλα που λικνιζόταν σε έναν ρυθμό νωχελικό. Τη μοναξιά του φανοστάτη δεν την πρόσεξε παρά μήνες μετά, κοιτώντας τη φωτογραφία.
Λίγο πιο αριστερά να είχε την κάμερα, θα αγνοούσε την ύπαρξή του.
Μελαγχόλησε.
Ήταν ξανά φθινόπωρο. Είχε βρέξει και ο ουρανός δεν είχε ακόμα ξαστερώσει. Ίδιο γκρίζο απόγευμα, μόνο που η θάλασσα ήταν μακριά.












