Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στιγμιότυπα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στιγμιότυπα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

31 Ιουλίου 2026

Γρίλιες

Γρίλιες.
Δεκαπέντε σκαλοπάτια για το φως
μιας νύχτας με πανσέληνο
ή για τον ήλιο
που ορμά και ξετρυπώνει μυστικά.
Για τον άνεμο
που άλλοτε δροσίζει
κι άλλοτε τρομάζει
ή τη μορφή ενός περαστικού·
τη σκιά του μόνο,
ποτέ το βλέμμα του.
 
Εκτός και αν
τα παραθυρόφυλλα ανοίξουν.
 

22 Ιουλίου 2026

Ομπρέλες

Καθόταν κάτω από την ομπρέλα και απολάμβανε την αύρα της θάλασσας. Δε σκεφτόταν τίποτα. Εκτός από ένα καδράκι με μια γκέισα που είδε κάποτε στο σπίτι της θείας… ποια θεία ήταν άραγε; Δε θυμόταν πια. Θυμόταν όμως καθαρά την ομπρέλα της γκέισας. Κι ύστερα, το μυαλό της πέταξε στην πρώτη φορά που έφαγε παγωτό σερβιρισμένο σε ψηλό ποτήρι. Πότε ήταν; Δεν ήξερε. Ούτε τι γεύση είχε το παγωτό θυμόταν. Όμως πάνω του υπήρχε σίγουρα μια ομπρελίτσα από χαρτί, που την πήρε μαζί της φεύγοντας για να παίζει με τις κούκλες της. Εκείνα τα χρόνια, μια μικρή χάρτινη ομπρελίτσα που ανοιγόκλεινε ισοδυναμούσε με θησαυρό. Ήταν η ίδια εποχή που κοιτούσε το καδράκι της γκέισας κι αναρωτιόταν αν έβλεπε μια γυναίκα από την Κίνα ή την Ιαπωνία.

09 Ιουλίου 2026

Βασίλεμα

Ησυχία… μόνο τα τζιτζίκια τραγουδούσαν ακόμα. 
 
Καθισμένη στο μπαλκόνι απολάμβανε το αεράκι. 
Ήπιε μια γουλιά κρασί, 
σήκωσε αργά το κινητό της 
και τράβηξε μια φωτογραφία. 
 
Τη δύση του ήλιου; 
Ή μήπως τις σκιές των βουνών; 
Ίσως εκείνο το φωτισμένο σπίτι, 
το ντυμένο στα χρώματα του δειλινού.

11 Ιουνίου 2026

Αλμυρίκι

  

Όλοι το νόμιζαν μονάχο

στην απέραντη αμμουδιά.

Μα το αλμυρίκι είχε πιάσει φιλία με τον ήλιο.

Μια μέρα,

απομεσήμερο του Αυγούστου,

έκαναν συμφωνία μυστική:

εκείνος να γέρνει τις αχτίνες του

λιγάκι παραπάνω στα κλαδιά του,

λιγάκι μόνο,

ίσα να ξαποσταίνει η άμμος απ' το λιοπύρι.

Κι ο ήλιος δέχτηκε να παραβεί τη φύση,

γιατί σεβάστηκε κάθε καμπύλη της σκιάς του.

Είχε δει πόσο πάλεψε να νικήσει τους ανέμους,

ξέροντας πως η άμμος

χρειαζόταν τη δροσιά.

16 Μαΐου 2026

Διαδρομές

Στάθηκε και λογάριασε πρώτα τη διαδρομή.

Στέρεη της φάνηκε· το ξύλο γερό.

Βήμα το βήμα, σανίδα τη σανίδα 

προχωρούσε αθόρυβα,

μην ταράξει τα πλάσματα του νερού.

Στη μέση της πορείας έβγαλε τα παπούτσια της·

δεν ήθελε το τρίξιμο να σπάσει τη σιωπή.

Τα πόδια της ζεστάθηκαν.

Τόσο ζεστό ήταν το ξύλο

στα μονοπάτια που διάλεξε ως τώρα.


Κι εκείνα που τη διάλεξαν —

από ξύλο ή μάρμαρο και πέτρα —

όλα τα ταίριαξε στο βήμα της.

 

01 Μαΐου 2026

Απέναντι


Ε, καλά, σκέφτηκε,
πόσο μακριά να είναι η απέναντι στεριά;
Δυο τρεις ανάσες υπόθεση
και πέντε απλωτές·
κατ’ εξακολούθησιν και επαναλαμβανόμενες.
Κι έφτασα.

25 Απριλίου 2026

Άνοιξη

Όμορφη είναι η άνοιξη,

χορεύει με τις πεταλούδες

και τραγουδά από νωρίς με τα πουλιά.

Ανοίγει τα πορτοπαράθυρα

να μπει το άρωμα της νεραντζιάς 

στην κάμαρά της,

ντύνεται χρώματα ζεστά 

κι αντανακλά το φως του ήλιου.


Κι όταν καμιά φορά κρυώνει,

βάζει τη ζακετούλα της την κίτρινη, 

λύνει τα μακριά μαλλιά της

και χαμογελάει.

07 Μαρτίου 2026

Θύμηση

Μικροί καημοί
και βότσαλα και ήλιοι και φεγγάρια.
Πολύ μακριά τα περασμένα καλοκαίρια.

Μα εκείνο το κοχύλι που μου χάρισες
το ίδιο τραγούδι λέει ακόμα.

27 Φεβρουαρίου 2026

Μαύρο πανί

Τα μάτια της προσπέρασαν
από συνήθεια
το μαύρο πανί.
Λευκά τα ιστιοφόρα που ήξερε.
Μόνο όταν άκουσε
τους άλλους να μιλούν,
να το φοβούνται και να το ξορκίζουν,
ξύπνησε μέσα της η θύμηση.
Γύρεψε να το ξαναδεί.
​Μα απέραντος ο κόσμος
κι ο χρόνος αγύριστος.

29 Ιανουαρίου 2026

Απόφαση

Η φωνή της θάλασσας είναι τραγούδι. 
Το ήξερε από όταν πρωτοδιάβασε για τις Σειρήνες. 
Ποτέ δεν πίστεψε σε τέρατα μυθικά. 
Το τραγούδι ήταν της θάλασσας, 
γι’ αυτό ο Οδυσσέας έκανε χρόνια να γυρίσει. 
 
Τέτοια σκεφτόταν βαδίζοντας προς το νερό. 
Έβγαλε τα παπούτσια, σήκωσε το φουστάνι κι έβρεξε τα πόδια της. 
Όχι πολύ, όχι όσο θα ήθελε.
Βγαίνοντας ξανά στην ακτή τα έβαλε με τον εαυτό της. 
Άλλος θα έμπαινε να κολυμπήσει με τα ρούχα· αυτή γιατί δείλιασε; 
Θυμήθηκε ξανά τον Οδυσσέα.
Όχι τη θάλασσα.
Την απόφαση.
Πόση δύναμη χρειάζεται
για να σωπάσεις μέσα σου
αυτό που σε καλεί;

25 Ιανουαρίου 2026

Οπτική γωνία


Είναι κάποια μπαλκόνια περίτεχνα,
με υλικά θαυμάσια.
Έργα της τέχνης όμορφα στα μάτια σου.
Και στα δικά μου, δε λέω.
Μα σκέφτομαι
πόσο στενά είναι για τα παραθυρόφυλλα
κι εκείνον που τα ανοίγει.
Υπόθεση οπτικής γωνίας,
όπως άλλωστε η ζωή.

10 Ιανουαρίου 2026

Αχιλλέας

Όταν έμαθε να διαβάζει,

κοίμιζε τη μικρή της αδελφή 

με ιστορίες.

Μιλούσε πρώτα για τον Ηρακλή, 

για τον Θησέα ή την Αργώ, 

για άθλους και ήρωες,

ημίθεους και θεούς.

Κι ύστερα, 

κάθε φορά της διάβαζε 

τον θάνατο του Αχιλλέα.


Πολλές φορές αργότερα τον θυμήθηκε

ζυγίζοντας το άδικο,

το απρόσμενο,

το τραγικό,

το δόλιο,

όταν έμαθε να διαβάζει τη ζωή. 

 

 

17 Δεκεμβρίου 2025

Μαργαρίτα

Εκείνη τη μαργαρίτα που φύτρωσε Δεκέμβρη μήνα στην άκρη του δρόμου δεν την πρόσεξε κανείς. Δεν την έκοψε κανένα χέρι, δεν τη μάδησε κάποιος ερωτευμένος, δε στόλισε το πέτο κανενός. Στεκόταν ανενόχλητη παρατηρώντας τους περαστικούς, τυλιγμένους σε παλτά, κασκόλ και σκούφους, να περπατούν βιαστικά μέσα στο κρύο. Κάποια στιγμή μόνο χρειάστηκε να αποφύγει μια μπότα που λίγο έλειψε να τη συνθλίψει. Κι άλλη μια, έγειρε και χάιδεψε το γυμνό πόδι ενός παιδιού κι ευχήθηκε να μην ήταν λουλούδι. Την επομένη είχε χαθεί. Ένα παιδί πέρασε τρέχοντας, αυτή τη φορά χωρίς να κρυώνει. Φορούσε στα πόδια του δυο ασπροκίτρινα παπουτσάκια. 

26 Νοεμβρίου 2025

Σκαλοπάτια


Σιγά να ανεβαίνεις, προσεκτικά.
Όχι, δε φοβάμαι μην πέσεις.
Πολλές οι φορές που έπεσες,
πολλές οι φορές που σηκώθηκες.
Είναι που διαβάζω πάνω στις πέτρες
τους αιώνες που πέρασαν.

Σιγά, προσεκτικά να ανεβαίνεις.



20 Νοεμβρίου 2025

Το παγκάκι


Νοέμβρης.
Είχε παγώσει απότομα ο καιρός.
Κάθονταν πλάι πλάι.
Ανάμεσά τους το βασανιστικό κενό 
δε γέμιζε από τα βλέμματα 
ούτε απ' τα λόγια. 
«Δεν κατάλαβα πώς πέρασε η ώρα»
της είπε αργότερα καθώς την ξεπροβόδιζε.
Μα εκείνη 
είχε μετρήσει με την ανάσα της κάθε στιγμή,
λαχταρώντας 
να αγγίξουν τα δάχτυλά του τα δικά της. 
 
Μια φορά τον χρόνο, 
Νοέμβρη μήνα,
περνάει από το ίδιο αυτό παγκάκι.
Κάθεται ώρα πολλή,
κοιτάζει γύρω
πόσο μεγάλωσαν τα δέντρα,
πόσο θέριεψε το χορτάρι,
ποιος έρχεται,
ποιος φεύγει.
Θυμάται εκείνον τον πρώτο έρωτα,
τον ανεκπλήρωτο κι ανομολόγητο. 
«Του χρόνου πάλι» σκέφτεται
και χαμογελάει. 
 
 
 

17 Οκτωβρίου 2025

Μυσταγωγία


Στάθηκε το πεύκο να ξαποστάσει.
Ακούμπησε τα κλαδιά του διστακτικά στην αρχή,
με όλο και μεγαλύτερη σιγουριά όσο περνούσε η ώρα.
«Κάτι θα ξέρει το πεύκο», σκέφτηκε ο κισσός
και βάλθηκε ν’ ανεβαίνει και να τυλίγεται.
Η καμπάνα ούτε κουβέντα.
Δεν ήθελε να διακόψει τη μυσταγωγία.

26 Σεπτεμβρίου 2025

Οίκος Μόδας

 


Βγήκε από το φαρμακείο με το βλέμμα στο απέναντι νεοκλασικό. «Οίκος μόδας» έγραφε ο τοίχος, με μεγάλα ξεθωριασμένα γράμματα. Στάθηκε μια στιγμή. Κοίταξε γύρω της τους περαστικούς. Θα στοιχημάτιζε πως κανείς τους δε γνώριζε ότι κάποτε ανέβαινε τη σκάλα του και περνούσε ώρες δοκιμάζοντας φορέματα. Ήταν όμορφη κοπέλα, πολύ όμορφη. Και η ζωή της όμορφα κύλησε, δεν είχε παράπονο. Κοίταξε άλλη μια φορά την επιγραφή κι ύστερα τα χέρια της. Το προσεγμένο μανικιούρ δεν κατάφερνε να κρύψει την ηλικία τους. Μπήκε ξανά στο φαρμακείο. «Μια κρέμα για τα χέρια, παρακαλώ. Αλήθεια, δε νομίζετε πως το κτίριο απέναντι θέλει ένα βαψιματάκι;» είπε χαμογελώντας.

07 Σεπτεμβρίου 2025

Έρωτες

 


Όταν ήταν παιδί, τα δειλινά του καλοκαιριού την έπιανε μελαγχολία. Έτρεχε τότε στη μάνα της και έλεγε πως φοβόταν. «Τι φοβάσαι;» τη ρωτούσε εκείνη. «Τον θάνατο» απαντούσε. Δε γνώριζε ακόμα από έρωτες, πως μπορούν κι αυτοί να σε σκοτώσουν.