22 Μαρτίου 2026

Κολχίδα

Από όλα τα ταξίδια που δεν έκανα

για ένα μετανιώνω.

Οι Συμπληγάδες δεν είναι αδιαπέραστες,

τώρα το ξέρω.

Και η Αργώ ήταν γερό σκαρί.


Αν είχα ταξιδέψει ως την Κολχίδα, 

θα είχα ακούσει τη λύρα τη γητεύτρα

να πνίγει το τραγούδι των Σειρήνων.

Θα είχα χορέψει 

όπως η Σαλώμη

πολλές γενιές πριν γεννηθεί.

Και η ιστορία

θα ήταν διαφορετικά γραμμένη.


Αλήθεια, ποιος χρειάζεται τη Μήδεια

όταν έχει τα πέπλα της Σαλώμης;

07 Μαρτίου 2026

Θύμηση

Μικροί καημοί
και βότσαλα και ήλιοι και φεγγάρια.
Πολύ μακριά τα περασμένα καλοκαίρια.

Μα εκείνο το κοχύλι που μου χάρισες
το ίδιο τραγούδι λέει ακόμα.

27 Φεβρουαρίου 2026

Μαύρο πανί

Τα μάτια της προσπέρασαν
από συνήθεια
το μαύρο πανί.
Λευκά τα ιστιοφόρα που ήξερε.
Μόνο όταν άκουσε
τους άλλους να μιλούν,
να το φοβούνται και να το ξορκίζουν,
ξύπνησε μέσα της η θύμηση.
Γύρεψε να το ξαναδεί.
​Μα απέραντος ο κόσμος
κι ο χρόνος αγύριστος.

17 Φεβρουαρίου 2026

Πτήση

 

Σήμερα θα σου πω για τα φτερά,

πώς κάποτε με γέλασαν.

Την εποχή εκείνη

ακόμα πίστευα

πως τα πουλιά είναι ελεύθερα.

Κι έτσι

ζυγιάζοντας τον άνεμο

πετούσα

ανέβαινα ψηλά

στροβιλιζόμουν.

Ώσπου βυθίστηκα στο πέλαγος.

Φορούσα, βλέπεις, 

του Ίκαρου τα φτερά.

29 Ιανουαρίου 2026

Απόφαση

Η φωνή της θάλασσας είναι τραγούδι. 
Το ήξερε από όταν πρωτοδιάβασε για τις Σειρήνες. 
Ποτέ δεν πίστεψε σε τέρατα μυθικά. 
Το τραγούδι ήταν της θάλασσας, 
γι’ αυτό ο Οδυσσέας έκανε χρόνια να γυρίσει. 
 
Τέτοια σκεφτόταν βαδίζοντας προς το νερό. 
Έβγαλε τα παπούτσια, σήκωσε το φουστάνι κι έβρεξε τα πόδια της. 
Όχι πολύ, όχι όσο θα ήθελε.
Βγαίνοντας ξανά στην ακτή τα έβαλε με τον εαυτό της. 
Άλλος θα έμπαινε να κολυμπήσει με τα ρούχα· αυτή γιατί δείλιασε; 
Θυμήθηκε ξανά τον Οδυσσέα.
Όχι τη θάλασσα.
Την απόφαση.
Πόση δύναμη χρειάζεται
για να σωπάσεις μέσα σου
αυτό που σε καλεί;

25 Ιανουαρίου 2026

Οπτική γωνία


Είναι κάποια μπαλκόνια περίτεχνα,
με υλικά θαυμάσια.
Έργα της τέχνης όμορφα στα μάτια σου.
Και στα δικά μου, δε λέω.
Μα σκέφτομαι
πόσο στενά είναι για τα παραθυρόφυλλα
κι εκείνον που τα ανοίγει.
Υπόθεση οπτικής γωνίας,
όπως άλλωστε η ζωή.

10 Ιανουαρίου 2026

Αχιλλέας

Όταν έμαθε να διαβάζει,

κοίμιζε τη μικρή της αδελφή 

με ιστορίες.

Μιλούσε πρώτα για τον Ηρακλή, 

για τον Θησέα ή την Αργώ, 

για άθλους και ήρωες,

ημίθεους και θεούς.

Κι ύστερα, 

κάθε φορά της διάβαζε 

τον θάνατο του Αχιλλέα.


Πολλές φορές αργότερα τον θυμήθηκε

ζυγίζοντας το άδικο,

το απρόσμενο,

το τραγικό,

το δόλιο,

όταν έμαθε να διαβάζει τη ζωή. 

 

 

01 Ιανουαρίου 2026

Πρωτοχρονιάτικο

Πήγαινα στη Δευτέρα Δημοτικού όταν ανακάλυψα πως δεν υπάρχει ο Άγιος Βασίλης. Αφορμή στάθηκαν οι διαμαρτυρίες του συμμαθητή μου του Θανασάκη, όταν η δασκάλα μάς έβαλε να γράψουμε γράμμα στον άγιο για να ζητήσουμε το δώρο μας:

Ø  Και πώς γίνεται να πετάνε οι τάρανδοι;

Ø  Εμένα μου το είπε ο μπαμπάς μου ότι δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης και οι γονείς δε λένε ψέματα!

Ø  Και πώς προλαβαίνει να πηγαίνει σε όλα τα παιδιά του κόσμου το ίδιο βράδυ; Αυτά είναι παραμύθια!

Εκείνο το μεσημέρι γύρισα σπίτι προβληματισμένη. Κάτι τα επιχειρήματα του Θανασάκη, κάτι η απάντηση της δασκάλας (Θανάση μου, ο καθένας ας πιστεύει τους δικούς του γονείς), με είχαν βάλει σε σκέψεις. Η μαμά με διαβεβαίωσε πως όσα έλεγε ο συμμαθητής μου ήταν κουταμάρες. Ο Άγιος Βασίλης υπήρχε και θα μου το αποδείκνυε.

Παραμονή Πρωτοχρονιάς, το βράδυ, αφήσαμε ένα μελομακάρονο πάνω στο τζάκι δίπλα στο Χριστουγεννιάτικο δέντρο, όπως κάναμε κάθε χρόνο. Ήταν κέρασμα για τον Αϊ-Βασίλη. «Να δεις που ο άγιος θα το φάει και φέτος» είπε η μαμά. «Και ξέρεις κάτι; Αν έρθει πριν κοιμηθείς, μπορεί να ακούσεις το καμπανάκι που χτυπάει απ’ το έλκηθρό του.» Αυτό ήταν! Αποφάσισα να μείνω ξύπνια όσο χρειαζόταν και να περιμένω. Κι ήμουν τυχερή, γιατί δεν πέρασε πολλή ώρα και άκουσα το καμπανάκι! Πετάχτηκα από το κρεβάτι κι έτρεξα στο σαλόνι. Βρήκα τη μαμά μπροστά στο τζάκι να κοιτάζει μέσα στην καμινάδα. «Κρίμα! Για λίγο δεν τον πρόλαβες! Να, βλέπεις; Έφαγε και το μελομακάρονο» μου είπε κι έδειξε το άδειο πιατάκι. Πλησίασα στο τζάκι μήπως μπορέσω να δω έστω την μπότα του.

- Αχ, όχι! φώναξα. Το μελομακάρονο του έπεσε στη φωτιά!

Την επομένη πήγαμε με τη μαμά και τον μπαμπά επίσκεψη στη γειτόνισσα, την κυρία Βάσω, να της ευχηθούμε για την ονομαστική της εορτή. Πήρα επίτηδες μαζί μου την κούκλα που μου είχε φέρει ο Άγιος Βασίλης, ίδια κι απαράλλαχτη μ’ αυτή που είχα ζητήσει στο γράμμα. Ήξερα ότι θα ερχόταν κι ο Θανασάκης, γιατί η κυρία Βάσω ήταν γιαγιά του. Κάθισα, λοιπόν, δίπλα στη μαμά, έφαγα την καρυδόπιτα που με κεράσανε και περίμενα τη στιγμή που θα του έδειχνα θριαμβευτικά την κούκλα μου και θα του έλεγα: «Πώς γίνεται, κύριε έξυπνε, τα δώρα να τα φέρνουν οι γονείς, αφού εμείς το γράμμα το γράψαμε κρυφά στο σχολείο; Κι αν θες να ξέρεις, άκουσα το καμπανάκι του Αϊ-Βασίλη όταν ήρθε!».

Κάποια στιγμή, ο Θανασάκης εμφανίστηκε ντυμένος όπως ο μπαμπάς του, με καφέ παντελονάκι και πράσινο πουλόβερ. Σηκώθηκα από τη θέση μου, χαμογέλασα και κατευθύνθηκα προς το μέρος του. Δεν είχα προλάβει να φτάσω στη μέση του σαλονιού, όταν άκουσα τον μπαμπά του να λέει στον δικό μου:

- Τι έπαθες, κυρ Αντρέα, χθες βράδυ και βάραγες την κουδούνα στο μπαλκόνι νυχτιάτικα; Έθιμο το 'χετε στα μέρη σου;

 

 https://www.youtube.com/watch?v=h6Q0PiClt3s&list=LL&index=1