17 Δεκεμβρίου 2025

Μαργαρίτα

Εκείνη τη μαργαρίτα που φύτρωσε Δεκέμβρη μήνα στην άκρη του δρόμου δεν την πρόσεξε κανείς. Δεν την έκοψε κανένα χέρι, δεν τη μάδησε κάποιος ερωτευμένος, δε στόλισε το πέτο κανενός. Στεκόταν ανενόχλητη παρατηρώντας τους περαστικούς, τυλιγμένους σε παλτά, κασκόλ και σκούφους, να περπατούν βιαστικά μέσα στο κρύο. Κάποια στιγμή μόνο χρειάστηκε να αποφύγει μια μπότα που λίγο έλειψε να τη συνθλίψει. Κι άλλη μια, έγειρε και χάιδεψε το γυμνό πόδι ενός παιδιού κι ευχήθηκε να μην ήταν λουλούδι. Την επομένη είχε χαθεί. Ένα παιδί πέρασε τρέχοντας, αυτή τη φορά χωρίς να κρυώνει. Φορούσε στα πόδια του δυο ασπροκίτρινα παπουτσάκια. 

06 Δεκεμβρίου 2025

Όνειρο

Σε ονειρεύτηκα να ζωγραφίζεις.
Αόρατη,
σε μια γωνιά κρυμμένη,
σε έβλεπα
να παλεύεις με τα χρώματα,
να λυγίζεις τα σχήματα και τις σκιές.
Κομμάτι μιας ιεροτελεστίας,
ενός χορού πολεμικού,
πάθος ολόκληρος
και έξαψη
και μια σιωπηλή κραυγή.
Τι ζωγράφιζες;

26 Νοεμβρίου 2025

Σκαλοπάτια


Σιγά να ανεβαίνεις, προσεκτικά.
Όχι, δε φοβάμαι μην πέσεις.
Πολλές οι φορές που έπεσες,
πολλές οι φορές που σηκώθηκες.
Είναι που διαβάζω πάνω στις πέτρες
τους αιώνες που πέρασαν.

Σιγά, προσεκτικά να ανεβαίνεις.



20 Νοεμβρίου 2025

Το παγκάκι


Νοέμβρης.
Είχε παγώσει απότομα ο καιρός.
Κάθονταν πλάι πλάι.
Ανάμεσά τους το βασανιστικό κενό 
δε γέμιζε από τα βλέμματα 
ούτε απ' τα λόγια. 
«Δεν κατάλαβα πώς πέρασε η ώρα»
της είπε αργότερα καθώς την ξεπροβόδιζε.
Μα εκείνη 
είχε μετρήσει με την ανάσα της κάθε στιγμή,
λαχταρώντας 
να αγγίξουν τα δάχτυλά του τα δικά της. 
 
Μια φορά τον χρόνο, 
Νοέμβρη μήνα,
περνάει από το ίδιο αυτό παγκάκι.
Κάθεται ώρα πολλή,
κοιτάζει γύρω
πόσο μεγάλωσαν τα δέντρα,
πόσο θέριεψε το χορτάρι,
ποιος έρχεται,
ποιος φεύγει.
Θυμάται εκείνον τον πρώτο έρωτα,
τον ανεκπλήρωτο κι ανομολόγητο. 
«Του χρόνου πάλι» σκέφτεται
και χαμογελάει. 
 
 
 

17 Οκτωβρίου 2025

Μυσταγωγία


Στάθηκε το πεύκο να ξαποστάσει.
Ακούμπησε τα κλαδιά του διστακτικά στην αρχή,
με όλο και μεγαλύτερη σιγουριά όσο περνούσε η ώρα.
«Κάτι θα ξέρει το πεύκο», σκέφτηκε ο κισσός
και βάλθηκε ν’ ανεβαίνει και να τυλίγεται.
Η καμπάνα ούτε κουβέντα.
Δεν ήθελε να διακόψει τη μυσταγωγία.

26 Σεπτεμβρίου 2025

Οίκος Μόδας

 


Βγήκε από το φαρμακείο με το βλέμμα στο απέναντι νεοκλασικό. «Οίκος μόδας» έγραφε ο τοίχος, με μεγάλα ξεθωριασμένα γράμματα. Στάθηκε μια στιγμή. Κοίταξε γύρω της τους περαστικούς. Θα στοιχημάτιζε πως κανείς τους δε γνώριζε ότι κάποτε ανέβαινε τη σκάλα του και περνούσε ώρες δοκιμάζοντας φορέματα. Ήταν όμορφη κοπέλα, πολύ όμορφη. Και η ζωή της όμορφα κύλησε, δεν είχε παράπονο. Κοίταξε άλλη μια φορά την επιγραφή κι ύστερα τα χέρια της. Το προσεγμένο μανικιούρ δεν κατάφερνε να κρύψει την ηλικία τους. Μπήκε ξανά στο φαρμακείο. «Μια κρέμα για τα χέρια, παρακαλώ. Αλήθεια, δε νομίζετε πως το κτίριο απέναντι θέλει ένα βαψιματάκι;» είπε χαμογελώντας.

07 Σεπτεμβρίου 2025

Έρωτες

 


Όταν ήταν παιδί, τα δειλινά του καλοκαιριού την έπιανε μελαγχολία. Έτρεχε τότε στη μάνα της και έλεγε πως φοβόταν. «Τι φοβάσαι;» τη ρωτούσε εκείνη. «Τον θάνατο» απαντούσε. Δε γνώριζε ακόμα από έρωτες, πως μπορούν κι αυτοί να σε σκοτώσουν.

22 Ιουλίου 2025

Βράχια

Καλημερίζονται με το πρώτο φως της μέρας και λένε καληνύχτα κάθε δειλινό. Τις υπόλοιπες ώρες παριστάνουν τα βράχια ξεγελώντας ανθρώπους, καβούρια, χταπόδια κι όλων των ειδών τα ζωντανά. Κρυφογελούν καμιά φορά στη θέα των ερωτευμένων, μα εκείνοι πού να το προσέξουν…

06 Ιουλίου 2025

Κύμα


Ερχόταν το κύμα και μετρούσε τα δάχτυλά τους. Μα όλο και έχανε το μέτρημα, δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τα δικά της από τα δικά του. «Αυτό θα είναι ο έρωτας» σκέφτηκε και σταμάτησε να μετράει. Έμεινε μόνο να τα δροσίζει.

02 Ιουνίου 2025

Θάλασσα



«Μα τι καλή που είσαι, λιμνούλα μας» της έλεγαν τα ψάρια. Κι αυτή χαμογελούσε και το νερό της έλαμπε. «Τι δροσερά που είναι τα νερά σου» της έλεγαν τα πουλιά κι εκείνη χόρευε μαζί τους στο αεράκι. Μια μέρα φύσηξε δυνατά. Έψαχνε όχθη να πιαστεί αλλά δεν έβρισκε, έψαχνε τον βυθό και δεν τον έφτανε. Μια μέρα, κατάλαβε πως ήταν θάλασσα.

28 Απριλίου 2025

Παράλληλα σύμπαντα

Μην κοιτάς που δε συναντήθηκαν ακόμα οι ζωές τους. Σε ένα σύμπαν παράλληλο έχουν ήδη ανταλλάξει φιλιά τρυφερά και παθιασμένα, έχουν δώσει υποσχέσεις που κράτησαν κι άλλες που δεν μπόρεσαν να κρατήσουν, έχουν μαλώσει, έχουν αγαπηθεί, και τώρα περπατούν χέρι χέρι ως την άκρη του χρόνου.

21 Απριλίου 2025

Άνοιξη

 

Από τις εποχές του χρόνου πάντα ξεχώριζα την άνοιξη. Ίσως για τα χρώματα των λουλουδιών και το άρωμα από τις νεραντζιές, ίσως γιατί γεννήθηκα μήνα ανοιξιάτικο. Μπορεί και από μια ανάμνηση της μάνας μου να με ντύνει με ένα φορεματάκι κίτρινο κάποιο ανοιξιάτικο πρωινό. Θυμάμαι άκουγα πουλιά και κοιτούσα τα λουλούδια του κήπου από το ανοιχτό παράθυρο. Ο ήλιος έλουζε το δωμάτιο κι η μάνα μου είπε: «είναι άνοιξη». Ίσως για αυτόν τον ίδιο λόγο να είναι το κίτρινο το αγαπημένο μου χρώμα.

05 Μαρτίου 2025

Νεράιδα


«Όταν μεγαλώσω θα γίνω νεράιδα» του είπε μια μέρα που έπαιζαν στην αυλή. «Των δοντιών;» τη ρώτησε δείχνοντας το μπροστινό του δόντι, το πρώτο που είχε αλλάξει. «Των λουλουδιών» απάντησε εκείνη σοβαρή. Ήταν ακριβώς η στιγμή που την ερωτεύτηκε, λίγο πριν τον φωνάξει η μάνα του για μεσημεριανό. Φακές είχαν. Οι καλύτερες που είχε φάει.

12 Φεβρουαρίου 2025

Ο παππούς μου


«Γελάει ο χάχας» με πείραζε ο παππούς και με καμάρωνε γιατί γελούσα πολύ. «Πιτσουνάκι, θες μια καραμελίτσα;» μου έλεγε όταν ήμουν στενοχωρημένη, να πάνε τα φαρμάκια κάτω. Φορούσε τραγιάσκα, στηριζόταν στη μαγκούρα του, διάβαζε εφημερίδα χωρίς γυαλιά κι έπινε χαμομήλι και τσάι του βουνού. Είχε ένα ρολόι τσέπης, από εκείνα με τα σκαλίσματα και την αλυσίδα, και κάθε φορά που άλλαζε η ώρα σηκωνόταν ακριβώς στις 3:00 να το ρυθμίσει. Παρίστανε πως μιλούσε Κινέζικα λέγοντας κάτι τυχαία τσιν, τσον, τσουν. «Ο παππούς σας ξέρει Κινέζικα!» θαύμαζαν τα παιδιά της γειτονιάς κι εμείς γελούσαμε. Αν ήξερα εκείνη την ημέρα ότι θα πέθαινε λίγα χρόνια μετά, δε θα γκρίνιαζα. Μια αγκαλιά θα τον έπαιρνα, μεγάλη.

10 Ιανουαρίου 2025

Πηνελόπη

Θα ξανάρθω, της είπε.

Πέρασε από το νησί της Κίρκης,

έμεινε καιρό πολύ στην αγκαλιά της Καλυψώς,

σκαρφίστηκε περιπέτειες με Κύκλωπες και Λαιστρυγόνες

για να δικαιολογήσει την πολύχρονη απουσία.

Δε χρειάστηκε.

Όταν γύρισε πια,

εκείνη είχε γίνει ολάκερη μια πέτρα.