«Γελάει
ο χάχας» με πείραζε ο παππούς και με καμάρωνε γιατί γελούσα πολύ.
«Πιτσουνάκι, θες μια καραμελίτσα;» μου έλεγε όταν ήμουν στενοχωρημένη,
να πάνε τα φαρμάκια κάτω. Φορούσε τραγιάσκα, στηριζόταν στη μαγκούρα
του, διάβαζε εφημερίδα χωρίς γυαλιά κι έπινε χαμομήλι και τσάι του
βουνού. Είχε ένα ρολόι τσέπης, από εκείνα με τα σκαλίσματα και την
αλυσίδα, και κάθε φορά που άλλαζε η ώρα σηκωνόταν ακριβώς στις 3:00 να
το ρυθμίσει. Παρίστανε πως μιλούσε Κινέζικα λέγοντας κάτι τυχαία τσιν,
τσον, τσουν. «Ο παππούς σας ξέρει Κινέζικα!» θαύμαζαν τα παιδιά της
γειτονιάς κι εμείς γελούσαμε. Αν ήξερα εκείνη την ημέρα ότι θα πέθαινε
λίγα χρόνια μετά, δε θα γκρίνιαζα. Μια αγκαλιά θα τον έπαιρνα, μεγάλη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου