04 Δεκεμβρίου 2024

Συνάντηση

 


Άκου τώρα μια ιστορία...

Κάποτε, σε έναν ουρανό όχι πολύ μακρινό, θες από τύχη, θες απ' τη μοίρα, θες απ' τον ίδιο τον Θεό, μια ηλιαχτίδα συνάντησε ένα σύννεφο. Στην αρχή ήταν επιφυλακτική. Του έριχνε κλεφτές ματιές προσπαθώντας μάταια να αντισταθεί στο κάλεσμά του. Κι αν, έλεγε, με καταπιεί; Αν χαθώ μέσα στο σύννεφο που εμφανίστηκε ξαφνικά, θες από τύχη, από τη μοίρα ή απ' τον ίδιο τον Θεό; Μάταια είπα, το πρόσεξες; Όταν αφέθηκε κι ενώθηκε μαζί του, γέμισε ο ουρανός χρώματα. Θα 'χεις δει σίγουρα το ουράνιο τόξο. Ίσως, μάλιστα, να 'χεις δει εκείνο το ουράνιο τόξο που τύλιξε την ηλιαχτίδα.
Όμως το σύννεφο δεν ήταν από τον ίδιο ουρανό. Έφευγε και ξαναρχόταν, έφευγε κι ερχόταν... Η ηλιαχτίδα άλλοτε το περίμενε κι άλλοτε το ακολουθούσε. Ήξερε πως, ακόμα κι αν αργούσε η επόμενη φορά, θες από τύχη, από τη μοίρα ή απ' τον ίδιο τον Θεό, ο ουρανός θα ξαναγέμιζε χρώματα.
Κι ύστερα; Θέλεις να μάθεις το τέλος, λες. Λοιπόν, αυτή ήταν η ιστορία. Χωρίς τέλος.
Στο τώρα και στο πάντα.

20 Οκτωβρίου 2024

Στενά παπούτσια


Όμορφα ήταν εκείνα τα παπουτσάκια και τα αγαπούσε πολύ, μα τα πόδια της είχαν μεγαλώσει και τη στένευαν. Στάθηκε λοιπόν στην άκρη του δρόμου και τα έβγαλε. Κι έτσι όπως ήταν παιδί, έπαιξε για λίγο μαζί τους πριν τα αποχωριστεί. Α μπε μπα μπλομ…και βρέθηκε το δεξί παπουτσάκι στ' αριστερά. Κι όταν χόρτασε πια παιχνίδι, έφυγε χορεύοντας στις μύτες των ποδιών της σαν μπαλαρίνα.

29 Σεπτεμβρίου 2024

Με τα μάτια του Ήφαιστου

 

Τη στιγμή που ο Μινώταυρος έπεφτε νεκρός από το σπαθί του Θησέα, είδα στα μάτια του που έσβηναν τη λύτρωση. Ο θάνατος δε θα μπορούσε να αποδειχθεί γι’ αυτόν σκληρότερος από την ίδια τη ζωή.

Τον παρακολουθούσα χρόνια, αυτόν και άλλους σαν αυτόν. Δεν είναι εύκολο να είμαι άσχημος και σακάτης, μόνος εγώ απ’ όλους τους θεούς. Η πίκρα μου γι’ αυτό που είμαι, για κείνο που δεν είμαι, γίνεται θλίψη και συμπόνια για πλάσματα περιφρονημένα. Γιατί δεν αρμόζει σ’ έναν θεό να οικτίρει τον εαυτό του.

Μωρό ήταν ακόμα ο Μινώταυρος όταν ο Μίνωας τον έκλεισε στον λαβύρινθο, να κρύψει την ντροπή που η γυναίκα του, η Πασιφάη, ερωτεύτηκε έναν ταύρο και ζευγάρωσε μαζί του. Δε ζήτησε ποτέ να πιει αίμα ανθρώπου· του το μαθαν. Πρώτα μόνο αίμα κι ύστερα, καθώς μεγάλωνε, και σάρκα ανθρώπινη. Δεν είχε άλλο να φάει, άλλο να πιει. Σιγά σιγά έγινε το τέρας που έβλεπαν όσοι τον είδαν να γεννιέται.

Άνθρωπος δεν υπήρξε που να βρήκε το κουράγιο να τα βάλει μαζί του. Αφύσικα ψηλός, μπράτσα δυνατά σαν το ατσάλι, πόδια σφιχτά και στέρεα, δύναμη ταύρου. Και δυο παχιά κέρατα μεγάλα όσο τα χέρια του. Έφτανε να τον αντικρίσει κανείς για να παραδοθεί στο έλεός του. Πολλές φορές αρκούσε μόνο η φωνή του, αυτός ο βρυχηθμός ο βγαλμένος από τα έγκατα της γης. 

Κι όσο πιο πεινασμένος τόσο πιο αδίστακτος, ανηλεής. Το ξερε αυτό ο Μίνωας. Γι’ αυτό κάθε φορά που περίμενε τους νέους της Αθήνας, τον άφηνε μέρες πολλές χωρίς τροφή. Τον έβλεπα τότε να τριγυρνάει τρελαμένος στους διαδρόμους της φυλακής του, να χτυπάει τους τοίχους με τα κέρατα, με τις γροθιές του, να ματώνει… Αν τα μάτια του ήταν ανθρώπινα, ίσως και να τον έβλεπα να κλαίει.

Τι ήταν, τελικά, περισσότερο; Άνθρωπος; Ζώο; Το σπαθί του Θησέα τον έκοψε ακριβώς εκεί που το κεφάλι του ταύρου έσμιγε με το ανθρώπινο κορμί.

23 Αυγούστου 2024

Πανσέληνος

 

Πανσέληνος

Ελλείψει φωτογραφίας

Δε θυμάμαι ποτέ πριν το φεγγάρι τόσο κοντά όσο χθες.

Κάπου κάπου περνούσαν μπροστά του μικρά σύννεφα,

δαντελωτές σκιές στη σκέψη.

Τι να το κάνεις το φεγγάρι αν δεν το μοιράζεσαι;