Βγήκε από το φαρμακείο με το βλέμμα στο απέναντι νεοκλασικό. «Οίκος μόδας» έγραφε ο τοίχος, με μεγάλα ξεθωριασμένα γράμματα. Στάθηκε μια στιγμή. Κοίταξε γύρω της τους περαστικούς. Θα στοιχημάτιζε πως κανείς τους δε γνώριζε ότι κάποτε ανέβαινε τη σκάλα του και περνούσε ώρες δοκιμάζοντας φορέματα. Ήταν όμορφη κοπέλα, πολύ όμορφη. Και η ζωή της όμορφα κύλησε, δεν είχε παράπονο. Κοίταξε άλλη μια φορά την επιγραφή κι ύστερα τα χέρια της. Το προσεγμένο μανικιούρ δεν κατάφερνε να κρύψει την ηλικία τους. Μπήκε ξανά στο φαρμακείο. «Μια κρέμα για τα χέρια, παρακαλώ. Αλήθεια, δε νομίζετε πως το κτίριο απέναντι θέλει ένα βαψιματάκι;» είπε χαμογελώντας.

