«Μα
τι καλή που είσαι, λιμνούλα μας» της έλεγαν τα ψάρια. Κι αυτή
χαμογελούσε και το νερό της έλαμπε. «Τι δροσερά που είναι τα νερά σου»
της έλεγαν τα πουλιά κι εκείνη χόρευε μαζί τους στο αεράκι. Μια μέρα
φύσηξε δυνατά. Έψαχνε όχθη να πιαστεί αλλά δεν έβρισκε, έψαχνε τον βυθό
και δεν τον έφτανε. Μια μέρα, κατάλαβε πως ήταν θάλασσα.
